Κατακλυσμιαίες Παραδόσεις-Υδρολογικά Φαινόμενα στον Παρνασσό-Κωπαΐδα
Οι μύθοι που περιβάλλουν πολλές ελληνικές πόλεις βρίθουν από αναφορές σε μεγάλες πλημμύρες και κατακλυσμούς. Όπως και στη Μεσοποταμία, έτσι και στον ελλαδικό χώρο διαδόθηκε η παράδοση ενός παγκόσμιου κατακλυσμού, κατά τον οποίο η γη καλύφθηκε από τόσο εκτεταμένα ύδατα ώστε μόνο οι κορυφές των βουνών παρέμειναν ορατές. Ο μύθος του Δευκαλίωνα εντάσσεται σε αυτό το ευρύτερο μυθολογικό υπόβαθρο, το οποίο ενδεχομένως αντανακλά μνήμες πραγματικών υδρολογικών ή γεωλογικών γεγονότων.
Κατά τα μέσα της δεύτερης χιλιετίας π.Χ., φαίνεται ότι στην περιοχή του Λιβαδιού Αράχωβας και γενικότερα στον ορεινό όγκο του Παρνασσού σημειώθηκαν έντονες πλημμυρικές διεργασίες. Πιθανή απόφραξη υπόγειων καρστικών αγωγών λόγω σεισμικής δραστηριότητας, σε συνδυασμό με εξαιρετικά ισχυρές βροχοπτώσεις — οι οποίες έχουν συσχετιστεί υποθετικά με την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας — θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε εκτεταμένες υδρολογικές μεταβολές.
Η λεκάνη απορροής του Λιβαδιού, επιφάνειας περίπου 60 km², βρίσκεται σε άμεση γεωμορφολογική συνάφεια με τη μεγάλη λεκάνη της Κωπαΐδας (περίπου 1.900 km²) και με την κοιλάδα του Βοιωτικού Κηφισού. Υπό συνθήκες κανονικής υετικής δραστηριότητας, στη διάρκεια της δεύτερης χιλιετίας π.Χ., σχηματίστηκε στο κέντρο του Κωπαϊδικού πεδίου λίμνη έκτασης περίπου 140 km² και μέσου βάθους 2,5 μέτρων. Σε περιόδους ακραίων βροχοπτώσεων, η στάθμη της λίμνης εκτιμάται ότι ανυψωνόταν κατά τουλάχιστον 1 μέτρο, με αποτέλεσμα την κατάκλυση επιπλέον εκτάσεων περίπου 30 km², καθώς και άλλων 40 km² που είχαν προηγουμένως αποδοθεί σε καλλιεργήσιμη γη μέσω τεχνικών παρεμβάσεων τύπου πόλντερ.
Η αρχαία γραμματεία μνημονεύει πέντε προϊστορικούς οικισμούς στις όχθες της Κωπαΐδας που καταστράφηκαν από πλημμύρες, όταν η λίμνη υπερχείλισε πέραν των συνήθων ορίων της. Η καταστροφή αυτών των οικισμών έχει, σε ορισμένες ερμηνευτικές προσεγγίσεις, συνδεθεί με τον μυθολογικό κατακλυσμό του Δευκαλίωνα.
Στο πλαίσιο των ερευνών για τα περίφημα υδραυλικά έργα των Μινύων στην Κωπαΐδα, έχουν εντοπιστεί σημαντικοί οικιστικοί πυρήνες στο δυτικό τμήμα της λεκάνης, συγκρίσιμοι σε σπουδαιότητα με κέντρα όπως η Αθήνα, η Ελευσίνα και ο Ορχομενός. Στο βορειοανατολικό τμήμα της λεκάνης βρίσκονταν οι πόλεις Άρνη και Μιδέα, οι οποίες διέθεταν τεχνητές λεκάνες αποστράγγισης. Παράλληλα, οικισμοί όπως η Τεγύρα, η Ασπληδών, οι Κωπαί, η Ακραιφνία, η Μηδηών και η Αλίαρτος φαίνεται ότι επλήγησαν επίσης από υδρολογικές μεταβολές και κατακλυσμιαία επεισόδια.
Κατά την άνθιση της Υστεροελλαδικής περιόδου (14ος–13ος αιώνας π.Χ.), ξεκίνησαν εκ νέου εκτεταμένα υδραυλικά έργα, με στόχο τον έλεγχο των υδάτων και την αποτροπή επανάληψης ανάλογων καταστροφών. Τα έργα αυτά μαρτυρούν υψηλό επίπεδο τεχνικής γνώσης και οργανωμένης διαχείρισης υδάτινων πόρων στον μυκηναϊκό κόσμο.
