Το τραγούδι «Πανηγυράκι γίνεται ψηλά στον Αι- Γιώργη…» και οι μεταγενέστερες ερμηνευτικές αποκλίσεις

Το τραγούδι «Πανηγυράκι γίνεται…», που συνοδεύει το πανηγύρι του Αϊ-Γιώργη στην Αράχωβα, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα δείγματα της τοπικής προφορικής παράδοσης. Πρόκειται για ένα τραγούδι που, πέρα από τη ζωντανή παρουσία του στο έθιμο, φέρει μαζί του βαθιά ιστορικά και λαογραφικά στρώματα, τα οποία συχνά παρερμηνεύονται στη σύγχρονη εποχή.

Το τραγούδι αυτό κατατάσσεται στο είδος των παραλογών, δηλαδή των αφηγηματικών δημοτικών τραγουδιών με έντονο δραματικό και παραμυθιακό χαρακτήρα, συγγενών προς τα ακριτικά. Οι παραλογές αποτελούν από τα αρχαιότερα στρώματα της ελληνικής λαϊκής παράδοσης και χρονολογούνται ήδη από τον 9ο έως τον 10ο αιώνα μ.Χ. Συνεπώς, το «Πανηγυράκι» δεν είναι ένα απλό τραγούδι του πανηγυριού, αλλά ένας φορέας πολιτισμικής συνέχειας που συνδέει τη βυζαντινή και τη μεταγενέστερη λαϊκή παράδοση με αρχαιότερες αντιλήψεις.

Στο αφηγηματικό του πυρήνα, το τραγούδι περιγράφει μια κρίσιμη κατάσταση: ένας δράκος κρατά το νερό, με αποτέλεσμα άνθρωποι και ζώα να υποφέρουν από τη δίψα. Τρεις λυγερές αποφασίζουν να ανέβουν στον Παρνασσό, ώστε να τον παρακαλέσουν να απελευθερώσει το νερό. Πριν όμως ολοκληρωθεί αυτή η πράξη, εμφανίζεται ο Άγιος Γεώργιος ως καβαλάρης, ο οποίος σκοτώνει τον δράκο. Μετά τον θάνατό του, η Λάμια – ως τοπική χθόνια δύναμη – αφήνει το νερό ελεύθερο και το πανηγύρι συνεχίζεται με θυσίες, φαγητό και χορό.

Η αφήγηση αυτή ενσωματώνει σαφώς αρχαιότερα μυθολογικά στοιχεία. Το νερό παρουσιάζεται ως ύψιστο αγαθό, κάτι που παραπέμπει στις αρχαιοελληνικές αντιλήψεις περί των στοιχείων της φύσης. Ο δράκος λειτουργεί ως φύλακας της πηγής, ένα μοτίβο που απαντά σε πλήθος παραδόσεων, όπου μια δαιμονική ή θεϊκή δύναμη ελέγχει την πρόσβαση στο νερό. Οι τρεις λυγερές ενδέχεται να συνδέονται με αρχαϊκές αντιλήψεις περί θυσιαστικής προσφοράς, ενώ ο καλλωπισμός τους αντανακλά τελετουργικές πρακτικές. Τέλος, η Λάμια παραπέμπει σε χθόνιες μορφές της ελληνικής μυθολογίας και συνδέεται με τοπικές παραδόσεις του Παρνασσού.

Παρά την αρχαιότητα και τη συμβολική του πυκνότητα, το τραγούδι γνώρισε κατά τον 20ό αιώνα μια διαφορετική, μεταγενέστερη ερμηνεία. Ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του 1950, σε μια περίοδο όπου η ελληνική κοινωνία αναζητούσε την εθνική της ταυτότητα μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο, επιχειρήθηκε να αποδοθούν στο τραγούδι εθνικοϊδεολογικοί συμβολισμοί. Έτσι, οι «τρεις λυγερές» ταυτίστηκαν με τις Μεγάλες Δυνάμεις, ο «δράκος» με την Τουρκία και το «νερό» με την ελευθερία.

Η προσέγγιση αυτή, αν και ιστορικά κατανοητή ως προς το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική προέλευση του τραγουδιού. Πρόκειται για μια μεταγενέστερη ιδεολογική επικάλυψη, η οποία απομακρύνεται από τον αυθεντικό λαογραφικό και μυθολογικό χαρακτήρα του. Παρά ταύτα, η ερμηνεία αυτή πέρασε σε μέρος της βιβλιογραφίας και αποτυπώθηκε ακόμη και σε επίσημα κείμενα, όπως στο ΦΕΚ του 1974, όπου το πανηγύρι χαρακτηρίζεται ως «εθνικοθρησκευτική εορτή».

Ωστόσο, η χρονολόγηση του τραγουδιού στον μεσαίωνα καθιστά σαφές ότι δεν μπορεί να σχετίζεται με γεγονότα της Επανάστασης του 1821, η οποία τοποθετείται πολλούς αιώνες αργότερα. Το «Πανηγυράκι» της Αράχωβας αποτελεί πρωτίστως μια θρησκευτική και λατρευτική εκδήλωση, βαθιά ριζωμένη σε αρχαιότατες ελληνικές δοξασίες, που επιβίωσαν μέσα στον χρόνο και ενσωματώθηκαν στη χριστιανική παράδοση.

Τα νεότερα εθνικά στοιχεία, όπως η περιφορά της επαναστατικής σημαίας, η ανηφορική πομπή και η επιμνημόσυνη δέηση, αποτελούν μεταγενέστερες προσθήκες, οι οποίες δεν αλλοιώνουν τον βασικό πυρήνα της γιορτής, αλλά συνυπάρχουν με αυτόν.

Καταλήγοντας, το τραγούδι «Πανηγυράκι γίνεται…» δεν είναι απλώς ένα συνοδευτικό στοιχείο του πανηγυριού, αλλά μια ζωντανή μαρτυρία της συνέχειας της ελληνικής παράδοσης. Η κατανόηση του αυθεντικού του νοήματος δεν αποδυναμώνει τη σημασία του· αντίθετα, την ενισχύει, καθώς αναδεικνύει το βάθος και τη διαχρονικότητα της λαϊκής μας κληρονομιάς.

Παραθέτουμε το τραγούδι του πανηγυριού μας.

«Πανηγυράκι γίνεται ψηλά στ’ Άη Γιώργη,
Μαριγώ Φραγκόπουλο.
Το πανηγύρι ήταν πολύ κι ο τόπος ήταν λίγος,
τώρα ανθίζουν τα κλαριά.
Γαϊτανό κι αριοπλεμένο,
μια χαρά ήταν το καημένο.

Βαστάει ο δράκος το νερό, διψάει το πανηγύρι,
έρχουμ’, έβγα δέξε με.
Σκάσαν οι μούλες για νερό και τα στοιχειά απ’ τη δίψα,
γέροντες χορεύουνε.
Κι αυτά τα λιανομούλαρα επέσανε για ψόφο,
γειά χαρά σου άνοιξη.

“Γιώργηνα με το φουστάνι,
βάλ’ τα πρόβατα στη στάνη.”

Τρεις λυγιρές συνάχτηκαν να πάν’ να πουν του δράκου:
— Απόλα, δράκο μ’, το νερό,
να πιει το πανηγύρι.

Ξένος είμαι, δέξε με.

Βάλαν τις μπόλιες ανοιχτά και στα μαλλιά τους μόσχο,
Μαριγώ Φραγκόπουλο.
Κρεμάσαν και τ’ αρμάθια τους ως την ποδιά τους κάτω.

Από βραδύς ετοιμάστηκαν το δράκο ν’ ανταμώσουν,
και την αυγούλα με δροσιά στον Παρνασσό τραβάνε.

Στη Γούρνα σαν ροβόλησαν, μπροστά ’νας καβαλάρης,
κρατούσε και στο χέρι του ολόχρυσο κοντάρι.

Τότε ο δράκος μούγκρισε και βγήκε απ’ τη σπηλιά του,
και με τη γνώμη σκέφτηκε και με το νου του λέει:
— Καλώς το γιόμα πόρχεται, καλώς το κολατσιό μου.

Τις λυγιρές αγνάντεψε και τρέχει να τις φάγει,
μα ο καβαλάρης χύμηξε και τον ποδοπατάει.

Του δράκου κακοφάνηκε, πολύ του βαρυφάνη,
τυλίγεται στο άλογο, με λύσσα πολεμάει,
να καταπιεί το άλογο μ’ όλο τον καβαλάρη.

Βγάζει φωτιά απ’ το στόμα του, ουρλιάζει και μουγκρίζει,
μα με τις τρεις τις κονταριές ο δράκος ξεψυχάει.

Κι ο καβαλάρης άφαντος, με τον ψαρί του πάει.

Κι η Λάμνια αναστέναξε, του βρόντου η θυγατέρα,
πάει κι απολά το νερό να πιει το πανηγύρι.

Κάμαν σταυρό οι λυγιρές, στον Άγιο τάξαν τάμα,
και πάλι πίσω γύρισαν να πάν’ στο πανηγύρι.

Ηύραν αρνιά να ψήνονται, κριγιάρια σουβλισμένα,
κι οι γέροι σέρναν το χορό, ξοπίσω παλληκάρια,
και πάρα πίσω λυγιρές κοντά με τους λεβέντες…»

Similar Posts