Η εκστρατεία του Καραϊσκάκη στα 1826
(«Ο γιος της Καλογριάς» δίνει νέα πνοή στον αγώνα)
Του Σαράντη Καργάκου
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης (1782-1827) γεννήθηκε σ΄ ένα σπήλαιο κοντά στο χωριό Μαυρομάτι. Ήταν νόθος γιος καλογριάς. Η παιδική του ζωή ήταν άχαρη και ατάσθαλη. Εσπούδασε την τέχνη του πολέμου κοντά στο θρυλικό Κατσαντώνη. Μετά το μαρτυρικό θάνατο του ήρωα, ο Καραϊσκάκης εισήλθε στην υπηρεσία του Αλή Πασά, ο οποίος είχε ορισμένα τμήματα αμιγώς ελληνικά. Κέρδισε, χάρη στην ευφυία του και την ευτολμία του, τη συμπάθεια και την εμπιστοσύνη του Αλή, ο οποίος τον χρησιμοποίησε συχνά σε επικίνδυνες και λεπτές αποστολές. (πχ είσοδος στο Βιδίνι για να συναντηθεί μυστικά με τον Πασβάνογλου).
Όταν άρχισε ο πόλεμος του σουλτάνου εναντίον του Αλή ο Καραϊσκάκης είναι ο τελευταίος των Ελλήνων που τον εγκατέλειψε. Μπήκε από τους πρώτους στον Αγώνα, διακρίθηκε ιδιαίτερα στη μάχη που έγινε στο Κομπότι αλλά τουλάχιστον μέχρι το 1825 δεν είχε συλλάβει καλά το νόημα του. Το ενδιαφέρον του ήταν στραμμένο περισσότερο προς το αρματολίκι των Αγράφων. Ανυπότακτος καθώς ήταν, ήλθε σε σύγκρουση με τον Μαυροκορδάτο, που διοικούσε πολιτικά τη Στερεά, ο οποίος με ειδικής συνθέσεως δικαστήριο, τον κατηγόρησε σαν προδότη. Αλλά κανείς δεν τόλμησε να τον συλλάβει. Αποσύρθηκε στο Καρπενήσι και μετά με ειρωνική επιστολή ζήτησε «συγχώρεση» από τη Διοίκηση.
Εν τω μεταξύ, είχε αρχίσει στην Πελοπόννησο ο δεύτερος εμφύλιος στον οποίο συμμετέσχε και ο Καραϊσκάκης στο πλευρό της κυβερνήσεως. Όμως τα θλιβερά γεγονότα αντί να τον εξαχρειώσουν, τον μεταμόρφωσαν σε άλλο άνθρωπο. Διότι την ώρα που ο Εμφύλιος είχε φτάσει στο αποκορύφωμά του, βρήκε την ευκαιρία να αποβιβαστεί στην Πελοπόννησο ο Ιμπραήμ και να κατατροπώσει, στη μάχη που έγινε στο Κρεμμύδι (7 Απριλίου 1825) τις εκλεκτότερες δυνάμεις των Ελλήνων, τις οποίες όμως διεύθυνε ένας Υδραίος πλοίαρχος ο Κυριάκος Σκούρτης. Γράφει ο Δημήτρης Αινιάν, ο εγκυρότερος βιογράφος του Καραϊσκάκη τα ακόλουθα: « Ο Καραϊσκάκης, όστις δεν είχε διόλου εις την γλώσσαν τον χαλινόν, δεν περιωρίσθη μόνο εις περιφρονητικάς εκφράσεις και πικρούς σαρκασμούς κατά του Σκούρτη, προχώρησε και εις κατηγορίας κατά του Κοντουριώτου δια την τοιαύτην εκλογήν ώστε τον εδυσαρέστησε σημαντικά» ( Δημ. Αινιάνος «Απομνημονεύματα» εκδόσεις Τσουκαλά, επιμέλεια Εμ. Πρωτοψάλτη, σ. 52). Χωρίς την άδεια του Κοντουριώτη έφυγε για το Ναύπλιο.
Εν τω μεταξύ στη Στερεά κυριαρχούσε ο Κιουταχής. Με την άδεια της Βουλής ο Καραϊσκάκης έσπευσε εκεί και προσέφερε, παρά την άσχημη κατάσταση της υγείας του, πολλές υπηρεσίες στους υπερασπιστές του Μεσολογγίου. Ίσως και η Έξοδος να είχε διαφορετική τροπή, εάν ο Καραϊσκάκης βρισκόταν εκεί και δε βρισκόταν βαρύτατα ασθενής καθηλωμένος στο κρεβάτι. Μετά την πτώση του Μεσολογγίου, ο Καραϊσκάκης έφθασε στο Ναύπλιο όπου είχαν καταφύγει οι διασωθέντες του Μεσολογγίου και όλα τα στρατιωτικά τμήματα της Στερεάς. Η κατάσταση από στρατιωτική άποψη ήταν οικτρή. Ο Ιμπραήμ κυριαρχούσε με τη βία στο Μοριά και ο Κιουταχής επέβαλλε με ειρηνικό τρόπο την Τουρκική κυριαρχία στη Στερεά. «Εις διάστημα ενός μηνός μετά την πτώσιν του Μεσολογγίου, όλαι αι επαρχίαι της Στερεάς, υπετάχθησαν χωρίς πόλεμον εις τον Κιουταχήν, αυτός δε θέλων να καθησυχάση τα έτι εξηγριωμένα πνεύματα των Ελλήνων, εφέρετο με απαραδειγμάτιστον ημερότητα και συγκατάνευσιν ευκόλως εις όλα τα ζητήματα» (Αινιάν:Ιbidem σ.61). Υπήρξε αμείλικτος έναντι των στρατιωτών του, οι οποίοι δεν εφάρμοσαν τις διαταγές του και φέρθηκαν σκληρά στον πληθυσμό).
Όμως πιο θλιβερή ήταν η κατάσταση στο Ναύπλιο από ηθική άποψη. Είχε ξεσπάσει πόλεμος ανάμεσα στους δύο Νοταράδες, Γιάννη και Παναγιώτη, για το ποιος θα συνάξει τις σταφίδες από τις εθνικές γαίες και ποιος από τους δύο θα πάρει τη γυναίκα του Σοφίτσα, κόρη του προύχοντα Θεοχαράκη Ρέντη.( Την πήρε τελικά ο Δημ. Καλλέργης!).
Οι Νοταράδες συγκέντρωναν οπλοφόρους για να πολεμήσουν τους άλλους Νοταράδες! Όχι τον Ιμπραήμ ούτε τον Κιουταχή, ο οποίος είχε φτάσει στην Αττική και πολιορκούσε τη μοναδική έπαλξη ελευθερίας, την Ακρόπολη των Αθηνών, την οποία υπερασπιζε ο Γκούρας.
Κανείς ούτε πολιτικός, ούτε στρατιωτικός δε σκεπτόταν τη Ρούμελη. « Μόνος δε ο Καραϊσκάκης συνέλαβεν την ιδέαν του να υπάγει εις την Διοίκησιν , να ζητήσει νέας δυνάμεις και εφόδια δια να κινηθεί εις νέαν εκστρατείαν κατά των Τούρκων εις Ρούμελην» (Αινιάν:Ιbidem σ.61).
Ο Καραϊσκάκης στη δύσκολη εκείνη στιγμή εμφανίστηκε σαν «από μηχανής Θεός».
Ο Κων-νος Παπαρρηγόπουλος, που είναι απέναντι του αυστηρός, γράφει: «Η εκπνέουσα της Επαναστάσεως θρυαλλίς, ανήψεν εν τη αμορφώτω και πολυμιγεί εκείνη ψυχή τη φλόγα της Επαναστάσεως και της μεγαλοπραγμοσύνης». (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους». Εκδ. Ελευθερουδάκη, τόμος Στα,172).
Ο Καραϊσκάκης αρχιστράτηγος
Ο Παλαμάς ονόμασε τον Καραϊσκάκη «Αχιλλέα της Ρωμιοσύνης». Ήταν, παρά την ασθένεια του, ακατάβλητος, γενναιόψυχος, ριψοκίνδυνος, δραστηριότατος και ευρηματικότατος, είρων και βωμόλοχος στο έπακρο, μα πάνω απ΄ όλα στρατιωτική ιδιοφυία. Μπορούσε να συλλαμβάνει με αστραπιαία ταχύτητα ένα στρατηγικό σχέδιο και με την ίδια ταχύτητα να το εκτελεί. Εφάρμοσε μεθόδους πολεμικής τακτικής που ακόμη και σήμερα διατηρούν, υπό άλλες συνθήκες βέβαια, την αξία τους.
Θα μπορούσε σήμερα να διαπρέψει και ως επιτελικός και ως ηγέτης, με την έννοια του ικανού να εμπνέυσει ένα στρατό, να τον συντονίσει, να τον κατευθύνει και να τον οδηγήσει στη νίκη. Ήταν έξοχος σχεδιαστής και ταυτόχρονα εκτελεστής. Όμως το πιο ουσιαστικό είναι άλλο : o πιο ατάσθαλος, αχαλιναγώγητος, αγωνιστής εκείνη την κρίσιμη στιγμή του ηθικού ξεπεσμού, ανυψώνεται σε ηθική προσωπικότητα και γίνεται πρότυπο ήθους, φιλοτιμίας και ακεραιότητας. Ίσως το Μεσολόγγι ανύψωσε και τον Καραϊσκάκη στο δικό του μεγαλείο.
Την ώρα που ο Καραϊσκάκης συλλαμβάνει στο Ναύπλιο την ιδέα μιας εκστρατείας για τη σωτηρία της Ρούμελης, η κατάσταση έχει φτάσει από ηθική άποψη στο απροχώρητο. Γράφει ο αθυρόστομος Μακρυγιάννης: «Το χωριό καίγεται και η γριά λαμπροχτενίζεται. Παντού εις την πατρίδα οι Τούρκοι και το κάστρο της Αθήνας, όπου ήταν η ελπίδα της Ελλάδος, κιντύνευε, και σαν χάνεται αυτό, και η πατρίς κακή τύχη είχε – τα οτζάκια καύλωναν. Με συγχωράτε αναγνώστες, αν ξέρετε εκείνη την περίσταση τι κίντυνος ήταν της πατρίδος, και σεις θα λέγατε το ίδιο» (Απομνημονεύματα, τομ. Α’, σ. 215).
Όμως, όπως έχει συμβεί συχνά στον τόπο μας, σε κάθε κάμψη υπάρχει και ανάκαμψη. Ήδη, όπως έχει προαναφερθεί, με απόφαση της Εθνοσυνελεύσεως της Επιδαύρου (Απρίλιος 1826) έχει σχηματιστεί «η Διοικητική Επιτροπή» ένα ενδεκαμελές σώμα που έχει επωμισθεί την «ολικήν διακυβέρνησιν της Ελλάδος», υπό τον Ανδρέα Ζαΐμη.
Ο Ζαΐμης ήταν άνθρωπος καλοκάγαθος. Παρέβλεψε τη θανάσιμη προσβολή που είχαν κάνει οι στρατιώτες του Καραϊσκάκη στην οικογενειακή του τιμή, όταν στον Εμφύλιο μπήκαν στο αρχοντικό του στην Κερπινή. (Οι άντρες του Καραϊσκάκη κρέμασαν τα «άκρως» εσώρουχα της κ. Ζαΐμη στις κάννες των τουφεκιών τους και τα περιέφεραν ως τρόπαια). Η Διοικητική Επιτροπή, που είχε την έδρα της στο Μπούρτζι του Ναυπλίου, κάλεσε τον Καραϊσκάκη, ο οποίος έκπληκτος άκουσε ότι αναλαμβάνει την αρχιστρατηγία της Ρούμελης και το Ζαΐμη να δηλώνει:
– « Η πατρίς από μας γυρεύει σήμερα να μονοιάσουμε…»
Ο Καραϊσκάκης, βαθιά συγκινημένος, έπεσε στην αγκαλιά του. Τότε ο Υδραίος πλοιοκτήτης Βασίλης Μπουντούρης, απευθυνόμενος στον Καραϊσκάκη, του λέγει:
-« Καραϊσκάκη, δεν έχεις κάνει μέχρι τώρα το χρέος προς την πατρίδα, ο Θεός να σε φωτίσει να το κάνεις από εδώ κι εμπρός…»
Κι ο μεγαλόκαρδος Καραϊσκάκης αποκρίνεται :
- Δεν τ΄αρνούμαι! Όταν θέλω γίνουμαι άγγελος, κι όταν θέλω γίνομαι διάβολος. Από ΄δω και πέρα έχω σκοπό να γίνω άγγελος…».
Μερικοί ιστορικοί δυσπιστούν, αν ο Καραϊσκάκης είπε τη φράση αυτή. Ίσως είναι δημιούργημα μιας παιδαγωγκής αντίληψης που επικράτησε μετά τον Αγώνα και σκοπούσε στον εξωραϊσμό των πρωταγωνιστών του.
Ο Καραϊσκάκης ίσως να είπε αυτή τη φράση, ίσως και να μην την είπε. Σημασία έχει το ότι από εδώ και στο εξής πολιτεύθηκε σαν να την είπε.
Ο Δημήτρης Φωτιάδης, που έχει γράψει την πιο εκλαϊκευμένη βιογραφία του Καραϊσκάκη , γράφει : « Το θαυμαστό στον ήρωα μας δεν είναι πως γεννήθηκε άγγελος, μα που όσο ανέβαινε, τόσο γινότν καλύτρερος. Ως εκείνη τη στιγμή ήταν ένα παληκάρι, που τόνε θαύμαζε για τη λεβεντιά του και την αξιοσύνη του ο λαός. Τώρα γίνηκε ο ηγέτης. Οι μικροί άνθρωπο, άμα πάρουνε εξουσία στα χέρια τους, χαλάνε και γίνουνται χειρότεροι. Οι μεγάλοι τότες θυσιάζουνται για το σύνολο. Απ΄αυτούς ήταν ο Καραϊσκάκης».
(Δ. Φωτιάδη: Καραϊσκάκης Αθήναι 1956 σ. 278).
Η εκστρατεία στη Ρούμελη
Ο Δημ. Αινιάν γράφει: «Ανεχώρησεν από Ναύπλιο την 19η Ιουλίου αλλ΄αντί να έβγη εκείθεν αν όχι με πλειότερους, τουλάχιστον με όσους είχεν όταν ήλθε από την Στερεάν Ελλάδα, μόλις ευρέθη με διακοσίους στρατιώτας και από αυτούς μερικοί έφυγαν καθ΄οδόν (…).
Με αυτούς επιχειρίσθη το μέγα της νέας Επαναστάσεως της Ρούμελης έργον (…).
Το επιχείρημα τούτο του Καραϊσκάκη, καθ΄ην εποχήν μάλιστα τα λοιπά στρατεύματα ενησχολούντο εις τον σταφιδοπόλεμον, συνετέλεσε πολλά εις το να στήσει τα πρώτα θεμέλια της δόξης του, την οποίαν εστερέωσαν ακολούθως δια των λαμπρών έργων του». (Δ. Αινιάν, «Απομνημονεύματα» σ.62).
Όταν ο Καραϊσκάκης έφθασε στην Ελευσίνα, ήρθαν να προστεθούν στο στρατό του οι οπλαρχηγοί Νικόλαος Κριεζιώτης και Βάσος, που είχαν τοποθετηθεί εκεί να φυλάνε τη διάβαση των Δερβενοχωρίων.
Ο Καραϊσκάκης δε γνώριζε το χώρο της Αττικής και για να εγκαταστήσει στρατόπεδο ήθελε να κάνει ανίχνευση εδάφους. Με πλοιάρια αυτος και οι καπετάνιοι του έφθασαν στον Πειραιά αλλά έπεσε σε ενέδρα και μόλις κατόρθωσαν να διασωθούν αφήνοντας πίς 6 νεκρούς.
Αυτό έκανε τον Καραϊσκάκη να εγκαταστήσει το στρατόπεδό του στην Ελευσίνα.
Έτσι βρισκόταν μακριά απ΄ τον Κιουταχή που, αφού είχε καταλάβει την Αθήνα, πολιορκούσε τη φρουρά της Ακροπόλεως. Εν τω μεταξύ προσήλθε για να ενωθεί με το στρατό του Καραϊσκάκη, μια δύναμη 600 ανδρών υπό τον Χριστόφορο Περραιβό αποτελούμενη- κι αυτό είναι σημαντικό (κι ας το πληροφορηθεί το υπουργείο εξωτερικών)- από Μακεδόνες, Θράκες και Θεσσαλούς. Τελευταίοι προσήλθαν και οι Ρουμελιώτες που είχαν καταλάβει το φρούριο του Παλαμηδίου. Έτσι η δύναμη του Καραϊσκάκη μεγάλωσε.
Ο Κιουταχής είχε φτάσει στην Αττική τέλη Ιουνίου και στις 3 Ιουλίου είχε εγκαταστήσει το στρατόπεδό του στα Κάτω Πατήσια, κοντά στη σημερινή στάση Λεβίδη, επειδή η περιοχή διέθετε αρκετό νερό για τους 6.000 πεζούς και 2.000 ιππείς που είχε μαζί του.
Το παλαιό τείχος που είχε κτίσει ο φοβερός αγάς των Αθηνών, ο Χασεκής, δεν ήταν δυνατό να προστατευθεί από 1000 άνδρες. Ωστόσο δεν έλειψε και σ΄αυτό η αντίσταση.
Ο Κιουταχής μόλις έμαθε ότι ο Καραϊσκάκης έφθασε στη Αττική, θέλσε να επισπεύσει την κατάληψη των Αθηνών. Στις 3 Αυγούστου, γράφει ο Αινιάν, έκανε επίθεση εναντίον της Πύλης των Γύφτων, που βρισκόταν ΒΔ της Ακροπόλεως των προμαχώνων (που τότε λέγονταν «μπούρτζια») των Αγίων Θεοδώρων και Αγίων Αναργύρων. Η Πύλη των Γύφτων άντεξε στον 24ωρο κανονιοβολισμό αλλά οι Τούρκοι εισέδυσαν στην πόλη από τους άλλους προμαχώνες που είχαν από τις βολές καταρρεύσει. Οι Έλληνες υποχώρησαν αλλά δεν άφησαν στον Κιουταχή όλα τα μέρη. «Οχυρωθέντες εις τας πλησίον της Ακροπόλεως οικοδομάς από το μέρος του Καρασογιού έως της πύλης των Αλβανών αντέστησαν εις τους εχθρούς και απέκρουσαν την ορμήν των ικανάς ημέρας». (Αινιάν, σ.64). Καράσουι(= μαυρονέρι) λεγόταν τότε ο λόφος του Αρείου Πάγου, ενώ η Αρβανίτικη Πόρτα, βρισκόταν στην περιοχή Μακρυγιάννη, εκεί όπου άλλοτε ήταν το στρατιωτικό νοσοκομείο. Ακολούθως αποσύρθηκαν στην Ακρόπολη, η οποία είχε στην ανατολική πλευρά ένα ισχυρό τείχος με ταμπούρια που ξεκινούσε από το Διονυσιακό θέατρο κι έφθανε στο ωδείο του Ηρώδη του Αττικού (Ηρώδειον). Εκάλυπτε δηλαδή όλη τη στοά του Ευμένη. Η οχυρωματική αυτή γραμμή που την αποτελούσαν τ΄αρχαία κτίσματα λεγόταν Σερπετζές, λέξη τουρκοπερσική που σημαίνει κάστρο.
Ο Κιουταχής ανέβασε πάνω στο λόφο του Φιλοπάππου, που τότε λεγόταν Σέγκιο (ιταλικά seggio= θρόνος), κανόνια κι άρχισε τις βολές κατά της Ακροπόλεως.
Επειδή όμως ο βομβαρδισμός, εκτός από τις φθορές στα αρχαία μνημεία, δεν απέδιδε, ο Κιουταχής προσπάθησε να ανατινάξει τον Ιερό βράχο και τα μνημεία του με «λαγούμια», (υπονόμους), στα οποία έβαζε τεράστιες ποσότητες μπαρούτης. Ευτυχώς από τις 12 Ιουλίου είχε εισέλθει στην Ακρόπολη ο θρυλικός από την πολιορκία του Μεσολογγίου Κώστας Λαγουμιτζής Χορμοβίτης, που με δικά του ορύγματα εξουδετέρωνε τα λαγούμια του Κιουταχή. Γι αυτόν τον υπέροχο άνδρα δίκαια ο Μακρυγιάννης πλέκει τον κάλλιστο ύμνο: « Ο αθάνατος Κώστας Λαγουμιτζής, γενναίος και τίμιος πατριώτης- και με τη τέχνη του και με το ντουφέκι του ως λιοντάρι πολέμαγε δια την πατρίδα Ήμαστε μαζί κι αγωνιζόμαστε ως αδελφοί νύχτα και ημέρα. Και δουλεύαμεν με τους ανθρώπους τους αγαθούς Αθηναίους και φκειάναμεν τα λαγούμια και ήμαστε όλοι πάντα αγαπημένοι κι ενωμένοι.
Εις το Μεσολόγγι και παντού αυτός ο γενναίος άντρας θάματα έχει κάμει.
Πατρίδα του χρωστάς πολύ αυτεινού του αγωνιστή. Θησαυρούς του δίνει ο Κιτάγιας (= Κιουταχής) να γυρίσει, δια σένα, πατρίδα, όλα τα καταφρονεί». (Απομνημονεύματα, Α΄ σ. 193). Όταν στην περίφημη μάχη του Σεπετζέ λαβώθηκε ο Μακρυγιάννης και ο Λαγουμιτζής έσπευσε να πάρει τη θέση του, ο Μακρυγιάννης του είπε: « Σύρε μέσα. Αν πεθάνω εγώ, το κάστρο δεν χάνεται, αν πεθάνει εσύ, χάνεται» (Α, 205).
Mάχη Χαϊδαρίου
Ευτυχώς το στρατόπεδο του Καραϊσκάκη συνεχώς δυνάμωνε με την άφιξη του τακτικού στρατού που το αποτελούσαν 1200 άνδρες υπό το Γάλλο συνταγματάρχη Φαβιέρο και από ένα άλλο στρατιωτικό τμήμα υπό τον Γεώργιο Χελιώτη. Ο Καραϊσκάκης, μετά την πτώση των Αθηνών, για να ενθαρρύνει τη φρουρά αποφάσισε να προωθήσει τις δυνάμεις του ως το Χαϊδάρι. Στις 5 Αυγούστου καταλαμβάνει το περιβόλι του Χαϊδαρίου μεταξύ Κουδαλλού και Ελαιώνα. Οι άνδρες του πυροβολούν για να ακουσθούν από τους κλεισμένους στην Ακρόπολη. Όμως οι δυνάμεις του δεν επαρκούν για περαιτέρω προώθηση. Άλλωστε φοβάται την επίθεση του ιππικού σε ανοικτό πεδίο και οχυρώνεται αναμένοντας να εκδηλωθεί πρώτα η επίθεση του Κιουταχή. Την 6η Αυγούστου δύναμη 3000 πεζών και 1000 ιππέων επιτίθεται κατά των οχυρωμένων Ελλήνων. Ο Φαβιέρος, χωρίς την έγκριση του Καραϊσκάκη, απαντά με αντεπίθεση του τακτικού. Τον ακολουθεί όλος ο στρατός. Οι Τούρκοι υποχωρούν και παρασύρουν τους Έλληνες στον Ελαιώνα. Ο Καραϊσκάκης φοβάται μήπως οι Τούρκοι αναδιπλωθούν και διατάσσει υποχώρηση προς μεγάλη δυσαρέσκεια του Φαβιέρου.
Ο Κιουταχής αποφασίζει να δώσει πιο αποφασιστική μάχη τη μεθεπόμενη (8 Αυγούστου). Επικεφαλής είναι ο ίδιος. Τον ακολουθούν 6000 πεζοί και 2000 ιππείς υπό τον ικανότατο Ομέρ Πασά της Καρύστου. Όμως ο Φαβιέρος και οι τακτκοί του, ιδίως οι Γάλλοι αξιωματικοί του, δεν έχουν πείρα τέτοιας μορφής πολέμου. Στην πρώτη σύγκρουση το τακτικό, εξαιτίας του Γάλλου ταγματάρχη Robert, χάνει τη συνοχή του και κινδυνεύει να διαλυθεί. Ο Περραιβός που διακρίθηκε στη μάχη αυτή, είναι αυστηρός έναντι του Φαβιέρου: « Εις αύτην την περίστασιν ο Συνταγματάρχης Φαβιέρος ου μόνον του πολέμου, αλλά και της φιλανθρωπίας τα χρέη παρέβη διότι ενώ προ οφθαλμών του εθυσιάζοντο και ηχμαλωτίζοντο οι συναγωνισταί του και ενώ διετάχθη εγκαίρως υπό τον Αρχηγόν να τους σώσει, αυτός εθεώρει ως κωμικόν το τραγικόν συμβάν» (Χριστόφ. Περραιβός: «Απομνημονεύματα πολεμικά» εκδ. Τσουκαλά, σ. 19).
O Καραϊσκάκης θύμωσε και με 200 άνδρες μπήκε στη μάχη και συγκρούστηκε με τους ιππείς, για να τους ανακόψει. Εκείνη τη στιγμή ο Κιουταχής διατάσσει γενική επίθεση κατά του οχυρώματος του Περραιβού. Αυτός διέταξε να μην πυροβολήσουν οι άνδρες, προτού δώσει ο ίδιος το σύνθημα. Ήθελε να πλησιάσει ο αντίπαλος και οι πυροβολισμοί να στρέφονται κυρίως κατά των σημαιοφόρων («μπαϊρακτάρηδων») και κατά των αξιωματικών. Κι έτσι έγινε. Ο ενθουσιασμός των Τούρκων έσβησε μπροστά στην καλά οργανωμένη άμυνα. Όταν μάλιστα σκοτώθηκε ένας «ίππαρχος» συγγενής του Κιουταχή, ο εχθρικός στρατός άρχισε να υποχωρεί. Ο Περραιβός με επιστολή που στέλνει στον Καραϊσκάκη, προτείνει στον αρχηγό να σπεύσει και να ενωθεί μαζί του, να σχηματίσουν πυκνό κέντρο και «εκ συμφώνου να ορμήσωμεν κατά του εχθρού πριν οχυρωθεί, διότι άρχισε νασκάπτει και να οχυρούται». Ο Καραϊσκάκης συμφωνεί αλλά πρέπει να συναγροικηθεί με τους άλλους, διότι ο Φαβιέρος έχει αποχωρήσει. Γι αυτό συνιστά: « Βάστα αδερφέ, και ελπίζω προς τας δέκα ώρας να καταπείσω και τις επίλοιπους οπλαρχηγούς, δια να πραγματοποιήσωμεν το ρηθέν σχέδιον».
Οι Τούρκοι προφταίνουν και φτιάχνουν οχυρώματα, τοποθετώντας πάνω σ’ αυτά δυο κανόνια. Ακολούθως 500 Τούρκοι, με πολλές προφυλάξεις σκαρφαλώνουν το βουνό, για να βρεθούν πίσω από τους Έλληνες και να τους κόψουν την υποχώρηση. Το ιππικό χωρίζεται σε δύο τμήματα για να προσβάλλει τα δυο άκρα της ελληνικής παρατάξεως. Το πεζικό θα χτυπούσε το κέντρο. Το σχέδιο ήταν αριστοτεχνικό αλλ’ απέτυχε χάρη στον ηρωισμό 70 φιλελλήνων, Γάλλων, Γερμανών, Ιταλών, που ρίχτηκαν με ενθουσιασμό κατά του νότιου ιππικού τμήματος και το έτρεψαν σε φυγή.Το παράδειγμα των φιλελλήνων ακολούθησαν και οι Βάσος και Κριεζώτης κι όρμησαν στο άλλο τμήμα που το έτρεψαν σε φυγή. Όμως το βάρος της επίθεσης σήκωσε ένας λόφος που τον υπεράσπιζε ο οπλαρχηγός Γιάννης Κώστας από τη Γότσιστα της Πίνδου. Κοντά σ’ αυτόν ήλθε να σταθεί ο Καραϊσκάκης με 300 άνδρες.
Η επίθεση των Τούρκων ανακόπηκε αλλά η ανατροπή τους δεν μεταβλήθηκε σε υποχώρηση, διότι τους εμπόδιζε το ιππικό. Μισή ώρα μετά τα μεσάνυκτα ο Περραιβός αποφάσισε με θόρυβο και αλαλαγμό να κάνει έξοδο και να ενωθεί με τον Αρχηγό. Οι Τούρκοι αιφνιδιάστηκαν και το σχέδιο πέτυχε. Με τακτική υποχώρηση κατά τμήματα και συνεχώς μαχόμενοι με το τουρκικό ιππικό, οι Έλληνες ανέβηκαν στην κορυφή του Κορυδαλλού κι επέστρεψαν στην Ελευσίνα. Οι απώλειες των Τούρκων υπολογίζονταν σε 400 άνδρες και των Ελλήνων σε 70. Ο Κιουταχής αποκεφάλισε 16 άνδρες του τακτικού που είχαν αιχμαλωτισθεί, ενώ έναν επιφανή Αθηναίο πολεμιστή, το Λάμπρο Κορομηλά, πατέρα επτά ανηλίκων, τον κάρφωσε σ’ ένα τοίχο στην πλατεία της Βρύσης με καρφιά μπηγμένα στα χέρια, στα πόδια και σ’ αυτιά του. Ο δύστυχος άντεξε 72 ώρες. Ένας ντόπιος Τούρκος από οίκτο έδωσε, μ’ έναν πυροβολισμό, τέλος στο μαρτύριό του.
Στις επόμενες μέρες πραγματοποιήθηκε η σκηνοθετημένη από το Γάλλο ναύαρχο Δεριγνύ, συνάντηση του Καραϊσκάκη με τους Κιουταχή και Ομέρ πασά πάνω στο πλοίο του, που ήταν αραγμένο στον κόλπο της Ελευσίνας. Ο Καραϊσκάκης δεν είχε ειδοποιηθεί για το ενδεχόμενο τέτοιας συναντήσεως, αλλά δεν αιφνιδιάστηκε. Ούτε έχασε την περιπαικτική διάθεσή του. Τίποτε δεν εξιστορεί τόσο καλά τη συνάντηση αυτή, όσο η επιστολή που έστειλε ο Καραϊσκάκης στις 12 Αυγούστου στον Κολοκοτρώνη.
«Κατά περίστασιν ανταμώθημεν εις την φρεγάτα του Δεριγνύ την δευτέραν ημέραν της υστερινής μάχης εγώ, ο Χελιώτης και ο καπ. Ψαριανός, με τον Κιουταχή, τον Ομέρ πασά και άλλους, κατ’ αρχάς εξιππάσθηκα, ογλίγορα όμως εφιλιωθήκαμεν, και ελπίζω να του κοστίση η φιλία μου. Είπαμε πολλά, εκείνος με την ιδέα ότι έχει ραγιάδες τους Έλληνας, και εγώ με την ιδέα μου ότι είμεθα ελεύθεροι».
Υπάρχει μια παράδοση, σαν προέκταση της συναντήσεως αυτής, μόνο που είναι περισσότερο ωραία για την παιδική λογοτεχνία παρά για την ιστορία.
Ο θάνατος του Γκούρα- Ενίσχυση της φρουράς
Σε λίγο ο Καραϊσκάκης εγκαταλείπεται από το Φαβιέρο που εγκαταστάθηκε στ’ Αμπελάκια της Σαλαμίνας, αλλά και από τους Δερβενοχωρίτες, Αιγινήτες, Σαλαμίνιους (Κουλουριώτες) και λοιπούς Στερεοελλαδίτες που δεν ανήκαν στο στρατό αλλ’ ήλθαν απλώς για να συμμετάσχουν στη μάχη. Έπρεπε όμως με κάθε θυσία να στηρίξουν τη φρουρά της Ακροπόλεως. Διότι και από εκεί άρχισαν λιποταξίες. Ο Γκούρας έστειλε τότε τον εξάδελφό του Μαμούρη στον Καραϊσκάκη και ζήτησε βοήθεια. Ο Αρχηγός αποφάσισε να στείλει προς ενίσχυση ένα σώμα 200 Επτανησίων. Στις 12 Σεπτεμβρίου, όπως γράφει ο Αινιάν, βγήκαν στην ακτή του Π. Φαλήρου, στη θέση Τρεις Πύργοι, όπου άλλοτε το ξενοδοχείο Ξηροτάγαρου, και μετά πήραν την πλαγιά του Υμηττού κι έφθασαν στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη στον Καρέα. Όμως δεν έγινε απόπειρα ανόδου στην Ακρόπολη, διότι υπήρξε υποψία ότι είχαν γίνει αντιληπτοί. Έτσι επέστρεψαν πίσω.
Στις 30 Σεπτεμβρίου σκοτώθηκε ο Γκούρας και θάφτηκε μπρος στον Παρθενώνα. Η φρουρά έμεινε ακέφαλη. Τότε ο Καραϊσκάκης καλεί τον Νικόλαο Κριεζώτη, ξακουστό για την παλληκαριά και για την ηράκλεια διάπλασή του, και τον «έπεισε» ν’ ανέβει αυτός στην Ακρόπολη.
Εν τω μεταξύ το στρατόπεδο έχει εκ’ νέου ενισχυθεί.
Έτσι ο Καραϊσκάκης με 3000 άνδρες προωθείται προς το Μενίδι, προσποιούμενος ότι θα επιτεθεί κατά του Κιουταχή. Ο περισπασμός αυτός έδωσε τη δυνατότητα στον Κριεζώτη να βγει με 400 άνδρες στην Πειραϊκή. Όταν οι στρατιώτες του Καραϊσκάκη άρχισαν τους πυροβολισμούς και τράβηξαν προς το μέρος τους την προσοχή των Τούρκων, ο Κριεζώτης περνώντας την Καστέλλα και το Ν. Φάληρο, φθάνει στους πρόποδες του Φιλοπάππου απαρατήρητος. Από εκεί μ’ αιφνιδιαστική εφόρμηση κατόρθωσε να εισέλθει στο Κάστρο.
ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ – ΜΑΧΗ ΑΡΑΧΩΒΑΣ
Ο Καραϊσκάκης είχε αντιληφθεί πως εφόσον το στρατόπεδο του Κιουταχή μπορούσε να ανεφοδιάζεται από τη Στερεά και την Εύβοια και ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να αναμετρηθεί σε ανοικτό χώρο με τον Κιουταχή και να λύσει την πολιορκία, συνέλαβε το ακόλουθο σχέδιο: Να κάνει εκστρατεία στη Στερεά, να ξαναφέρει στον Αγώνα τα προσκυνημένα χωριά, να καταλάβει τα οχυρά που κατείχαν οι Τούρκοι και ν’ αποκλείσει όλους τους δρόμους ανεφοδιασμού του Κιουταχή. Άφησε, λοιπόν, στο στρατόπεδο της Ελευσίνας τον Βάσο, και με τις λοιπές δυνάμεις του ανεχώρησε για τα Δερβενοχώρια και άρχισε αποκλεισμό της Δομβραίνας, που ήταν η βάση ανεφοδιασμού του Κιουταχή. Εδώ ο λιπόσαρκος και ασθενικός στρατηγός σε κάποια στιγμή, για να σώσει το μοναδικό κανόνι που είχαν οι Έλληνες, το έδεσε μ΄ ένα σκοινί και προσπάθησε να το σύρει μόνος του. Και αυτό υπό καταρρακτώδη βροχή. Οι μάχες γύρω απ΄τη Δομβραίνα κράτησαν αρκετές ημέρες. Σε μια από αυτές σκοτώθηκε πολεμώντας ηρωικά μια από τις ωραιότερες μορφές του Αγώνα, ο Γιαννάκης Σουλτάνης. Παράλληλα, Μακεδόνες πολεμιστές προσπάθησαν να καταστρέψουν, κάνοντας απόβαση, την άλλη βάση ανεφοδιασμού που βρισκόταν στην Αταλάντη (Ταλάνι την λέει ο Αινιάν) αλλά χωρίς επιτυχία.
Από τη Δομβραίνα ο Καραϊσκάκης έφθασε στο οχυρό μοναστήρι του Οσίου Λουκά στο Στείρι και από εκεί προχώρησε και στρατοπέδευσε στο Δίστομο. Ήταν Νοέμβριος και ο χειμώνας ερχόταν βαρύς. Το στράτευμα του έπρεπε ν΄ αναπαυθεί. «Αλλά μόλις έφθασε, του παρουσιάζεται νέων αγώνων στάδιον» (Αινιάν, σ. 91). Ο Μουσταφάμπεης που είχε αποκρούσει τους Έλληνες στην Αταλάντη, ενώθηκε με τον Κεχαγιάμπεη και αποφάσισαν να βαδίσουν προς τα Σάλωνα (Άμφισσα), τα οποία πολιορκούνταν από τους Δυοβουνώτη και Πανουργιά.
Οι δυο αξιόλογοι Μουσουλμάνοι πολέμαρχοι έφθασαν στη Δαύλεια την ώρα που ο Καραϊσκάκης έφθανε στο Δίστομο. Είχαν υπό τις διαταγές τους ένα εκλεκτό στρατιωτικό σώμα 2.500 εμπειροπόλεμων Αλβανών. Ο Μουσταφάμπεης διανυχτέρευσε στο μοναστήρι της Ιερουσαλήμ πάνω από τη Δαύλεια. Ένας διάκονος του μοναστηριού που γνώριζε την Αλβανική, άκουσε τον Μουσταφάμπεη να λέει ότι την επόμενη θα έφθαναν στην Αράχοβα.
Ο ηγούμενος έσπευσε να ειδοποιήσει τον Καραϊσκάκη με το μοναχό Παφνούτιο Χαρίτο. Και τότε έλαμψε το στρατιωτικό δαιμόνιο του Γιου της Καλογριάς.
Έστειλε αμέσως τον υπαρχηγό του Γαρδικιώτη Γρίβα και το Γιώργο Βάιο με 500 παληκάρια να καταλάβουν την Αράχοβα, να οχυρωθούν στα πιο ψηλά και γερά σπίτια και να μην επιτρέψουν τη διάβαση των Αλβανών. Ταυτόχρονα τοποθέτησε σ’ επίκαιρα σημεία «καραούλια» (σκοπιές) για να τον ειδοποιήσουν «πότε και πόθεν έμελλον να διαβώσιν οι εχθροί, δια να κινηθή εναντίον των» (Αινιάν,σ. 91).
Επίσης έστειλε ταχυδρόμους στους πολιορκητές των Σαλώνων να αφήσουν την πολιορκία και να σπεύσουν και αυτοί προς την Αράχοβα και να τους κόψουν το δρόμο από τα δυτικά. Με άλλα λόγια ήθελε ν’ αποκλείσει τον εχθρό στην Αράχοβα, χωρίς να του επιτρέψει να την καταλάβει. Να σχηματίσει γύρω του κλοιό, ώστε να βάλλεται και από μέσα και απέξω.
Οι Αλβανοί την επομένη χωρίστηκαν σε δυο τμήματα. Το πεζικό προχώρησε από μια στενή οδό που συνδέει το μοναστήρι με την Αράχοβα. Το ιππικό και τα υποζύγια υποχώρησαν μέσα από το Ζεμενό, απ΄ όπου περνάει η αρχαία οδός, η Σχιστή οδός, στην οποία ο Οιδίπους σκότωσε τον πατέρα του Λάιο.
Μόλις τα καραούλια έδωσαν την είδηση στον Καραϊσκάκη ότι οι Αλβανοί τραβούσαν προς την Αράχοβα, ο Αρχηγός, από ένα δρόμο που περνάει μέσα από το βουνό του Διστόμου, έστειλε πίσω τους τον Χριστόδουλο Χατζηπέτρο για να φράξει από τ΄ανατολικά το Ζεμενό, ώστε να μην έχουν δυνατότητα υποχωρήσεως. Οι Αλβανοί, ενώ πλησίαζαν προς την Αράχοβα, πληροφορήθηκαν από κάποιους εντόπιους ότι το χωριό είχε καταληφθεί. Όταν όμως έμαθαν ότι οι Έλληνες ήσαν λίγοι, πήραν θάρρος και όρμησαν εναντίον τους. Οι Έλληνες, οχυρωμένοι στο Ναό του Αγίου Γεωργίου και στα γύρω οχυρά σπίτια, απέκρουσαν τις επιθέσεις τους, που κράτησαν τρεις ώρες.
Κατά το διάστημα αυτό έφθασε στην Αράχοβα και το ιππικό. Πίσω του όμως, χωρίς να γίνει αντιληπτός ερχόταν ο Χριστόδουλος Χατζηπέτρος.
Πίσω απ΄αυτόν ερχόταν ο Καραϊσκάκης με τον υπόλοιπο στρατό. Οι Αλβανοί, είτε γιατί δεν περίμεναν την εκεί παρουσία Ελλήνων είτε διότι πορεύονταν με αταξία, αιφνιδιάστηκαν από τις πρώτες επιθέσεις των Ελλήνων. Αντιστάθηκαν για λίγο αλλά μετά πήραν το δρόμο προς τα δυτικά. Αλλά και από εκεί ο δρόμος είχε αποκλειστεί από τους προστρέξαντες Δυοβουνιώτη, Πανουργιά και Γιαννούση.
Η παγίδα του Καραϊσκάκη είχε κλείσει. Τους έμενε μόνο ο δρόμος του βουνού. Συγκεντρώθηκαν όλοι μαζί με τις αποσκευές και τα υποζύγια τους στο λόφο πάνω από την Αράχοβα, όπου οι εντόπιοι είχαν φτιάξει πρόχειρα οχυρώματα.
Βρισκόμαστε ήδη στις 19 Νοεμβρίου. Ο χειμώνας είχε μπει για καλά. Έπεφτε χιονόνερο. Το κρύο ήταν διαπεραστικό. Οι Έλληνες ήσαν χωρίς αποσκευές.
Τη νύχτα άφησαν τις θέσεις τους, μπήκαν στο χωριό, και προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν το κρύο με φωτιά και μπόλικο κρασί που βρήκαν στα έρημα σπίτια.
Οι εχθροί τότε θα μπορούσαν να διαφύγουν αλλά δεν το έκαναν από εγωισμό. Αποφάσισαν να πολεμήσουν εκεί και ειδοποίησαν τον Κιουταχή να τους στείλει βοήθεια. Αυτό υπήρξε το μοιραίο τους σφάλμα.
Μόλις ξημέρωσε, ο Καραϊσκάκης συντόνισε κατάλληλα το στρατό του, κατέλαβε τα πιο επίκαιρα σημεία, έσφιξε από παντού την πολιορκία και με εύστοχες βολές δεν επέτρεπε στους Αλβανούς «ουδέ κεφαλή να προβάλωσιν έξω από το οχύρωμά των» (Αινιάν,93). Εν τω μεταξύ είχε έλθει με τους δικούς του και ο Δημήτρης Μακρής. Έτσι ο Καραϊσκάκης μπόρεσε ν’ αποκλείσει και τον ορεινό δρόμο που οδηγεί από την Αράχοβα προς τη μονή Ιερουσαλήμ, ώστε από εκεί να μπορούν να διαφύγουν οι εχθροί, αλλ΄ ούτε και να λάβουν επικουρία.
Το σχέδιο του Καραϊσκάκη είχε απόλυτη επιτυχία. Όσοι προσέτρεξαν προς βοήθεια των αποκλεισμένων, δεν κατόρθωσαν να σπάσουν τον κλοιό. Ο Αινιάν αναφέρει κάποιον Αλβανό, ονόματι Αμπτουλά, που με 800 άνδρες έσπευδε προς την Αράχοβα μέσω Ζεμενού. Οι φυλάσσοντες τη διάβαση Έλληνες, τον άφησαν να μπει στο στενό και μετά χτυπώντας και από τις δύο πλαγιές, προκάλεσαν σημαντικές φθορές. Ο Αμπτουλάς υποχώρησε προς τη Δαύλεια αφήνοντας πίσω του 50 νεκρούς και πολλά υποζύγια. Αυτοί που έρχονταν από το μοναστήρι της Ιερουσαλήμ , μόλις είδαν τη διάβαση κλειστή, γύρισαν πίσω και οχυρώθηκαν σ’ ένα λόφο, ειδοποιώντας μ’ έναν μαζικό πυροβολισμό τους αποκλεισμένους. Αυτοί έκαναν επίθεση «γιουρούσι», να σπάσουν από την κατεύθυνση εκείνη τον κλοιό.
Η επίθεση ήταν σφοδρή και οι Έλληνες ήσαν έτοιμοι να τραπούν σε φυγή. «Αλλ’ ο Καραϊσκάκης δραμών αυτοπροσώπως προς τούτο το μέρος, τους μεν Έλληνες εμψύχωσε, τους δε πολιορκούμενους ανέκρουσε και δεν άφησε να εξελθώσιν» (Αινιάν,93).
Οι Αλβανοί αφού δεν μπόρεσαν να σπάσουν τον κλοιό και αφού δεν έβλεπαν να έρχεται βοήθεια και επί πλέον επειδή αντιμετώπιζαν το πρόβλημα της ελλείψεως τροφίμων, ζήτησαν από τον Καραϊσκάκη να τους επιτρέψει την έξοδο.
Αυτός συμφώνησε με τον όρο να του παραδώσουν τις πόλεις Λιβαδειά και Σάλωνα και σαν εγγύηση να του δοθούν όμηροι οι δυο αρχηγοί.
Οι όροι απορρίφθηκαν και η πολιορκία συνεχίστηκε.
Οι βροχές που έπεσαν στις 22, 23 και 24 Νοεμβρίου έκαναν τη ζωή των αποκλεισμένων αφόρητη. Ήρθε, όμως και ένα άλλο πλήγμα για να κλονίσει περισσότερο το ηθικό τους.
Ο γενναίος Μουσταφάμπεης, για να εμψυχώνει το στρατό του, έμπαινε μπροστά και σχεδόν αφύλακτος, συμμετείχε στην ανταλλαγή πυροβολισμών.
Ένα βόλι ελληνικό τον κτύπησε στο κεφάλι. Το τραύμα δεν ήταν βαθύ και βαρύ, γιατί το βόλι ερχόταν από μακριά. Όμως, η πληγή λόγω του κρύου και κυρίως λόγω ελλείψεως ιατρικής φροντίδας, κακοφόρμισε. Το ηθικό των στρατιωτών του έπεσε. Παρ’ όλο που ο λαβωμένος αρχηγός τούς προέτρεπε να μείνουνε εκεί, αυτοί ετοιμάζονταν για φυγή, βλέποντας να μη φθάνει επικουρία από τον Κιουταχή.
Η κατάστασή τους είχε γίνει τραγική. Ο Αινιάν, που ως γραμματικός του Καραϊσκάκη έζησε τα γεγονότα από κοντά, με τρόπο λιτό, αλλά παραστατικό γράφει:
« Ήτον δε τω όντι τρομερά η κατάστασίς των. Περιωρισμένοι εις στενώτατον τόπον, του οποίου το έδαφος αποκατέστη λασπωδέστατον δια τας συνεχείς βροχάς και δια το πλήθος των ζώων, τα οποία ήταν κλεισμένα ομού με αυτούς, δεν ηδύνατο να έχωσι κανέν είδος αναπαύσεως, ουδέ καν να καθίσωσι και να εξαπλωθώσι… Ό,τι όμως εκορύφωσε τας δυστυχίας των ήτο η υπερβολική χιών, η οποία άρχισε να πίπτη την 24 του Νοεμβρίου και τους επαπειλούσε να ους ενταιάση ζωντανούς» (Ιbidem, σ.σ. 94-95).
Ο Χριστόφορος Περραιβός που συμμετείχε στις επιχειρήσεις και μάλιστα εκπροσώπησε τον Καραϊσκάκη στις διαπραγματεύσεις, γράφει ότι οι αποκλεισμένοι ζήτησαν εκ’ νέου συνθήκη με έναν όρο: να αφήσουν τα πάντα, εκτός από τα χρήματα που έφεραν στη ζώνη τους, « τα λεγόμενα κοιμέρια». Τα χρήματα, λόγω λεηλασιών ήσαν πολλά και ο όρος απορρίφθηκε, διότι, κυρίως οι « Τουρκομακεδόνες », προτίμησαν να σώσουν τα χρήματά τους παρά τη ζωή τους.
Έτσι αποφάσισαν να κάνουν έξοδο διευθυνόμενοι προς τις κορφές του Παρνασσού. Ο Αινάν λέγει ότι την αρχή της εξόδου ή μάλλον φυγής έκαναν οι Γκέκηδες, φοβεροί Αλβανοί πολεμιστές. Οι κλιματολογικές συνθήκες ήσαν φρικτές. Ο Περραιβός δίνει μια περιγραφή που θυμίζει τη γραφή του Παπαδιαμάντη: « Όλη η ατμοσφαίρα εσκοτίσθη από πυκνότατα και μελανότατα νέφη, μετά τούτο άρχισαν να ρίπτωσι χιόνια με σφοδρότατον και ψυχρότατον βόρειον άνεμον, ο οποίος περιστρεφόμενος εις τα πλάγια και κοιλάδας του Παρνασσού απετέλη την χιόνα ως τόσα βουνά εις την ατμοσφαίραν, κατωθουμένη δε εις την επιφάνειαν της γης παρά των ανέμων εσχημάτιζε τόσους σίφωνας και λαίλαπας» (Περραιβός, σ. 204).
Όμως η κακοκαιρία προσέφερε στους Αλβανούς μια μοναδική ευκαιρία να διαφύγουν. Οι περισσότεροι Έλληνες βρίσκονταν στα σπίτια του χωριού για να θερμανθούν την ώρα που έγινε η εξόρμηση. Αλλά μόλις άκουσαν το θόρυβο της μάχης όρμησαν όλοι με τα σπαθιά , διότι τα πυροβόλα λόγω του χιονιού ήσαν άχρηστα. Η καταδίωξη πήρε χαρακτήρα αγρίας σφαγής. Το χιόνι βάφτηκε κόκκινο. Λίγοι Τουρκαλβανοί κατόρθωσαν να διαφύγουν από το λεπίδι των Ελλήνων. Αλλά και αυτοί δε γλίτωσαν. Τους πλάκωσε το χιόνι. Για να θερμανθούν αγκαλιάζονταν και γίνονταν «κουβάρι». Το χιόνι απλώθηκε πάνω τους σαν νεκρικό σάβανο. Την άνοιξη που έλιωσαν τα χιόνια, οι Αραχοβίτες τους έβρισκαν κουβαριασμένους. Περίπου 200 μπόρεσαν να φθάσουν στη μονή της Ιερουσαλήμ, αλλά και αυτοί σε κακή κατάσταση. «Ολιγότατοι σχεδόν έμειναν αβλαβείς, διότι των μεν οι πόδες, των δε αι χείρες, άλλων οι οφθαλμοί και ετέρων αι ρίνες υπέφερον ακρωτηριασμούς», γράφει ο Περραιβός. Παραστατική και η περιγραφή του Χέρτσεμπερτ: « Ότι δε οι Τούρκοι κατά την νύκτα της 6η Δεκεμβρίου… ετόλμησαν να ζητήσωσι διέξοδο δια των φαράγγων του Παρνασσού εις το παρά τη Δαυλίδα μοναστήριον Ιερουσαλήμ, ο στρατός αυτών και αυτοί οι αρχηγοί απώλοντο οικτρώς εν ταις αποκρήμνοις ατραποίς, εν μέσω βαθείας χιόνος και υπό τα ξίφη των καταδιωκόντων αυτούς Ελλήνων».
Ο Κεχαγιάμπεης σκοτώθηκε κοντά στο οχύρωμά του. Ο Μουσταφάμπεης, που δεν μπορούσε λόγω της λαβωματιάς να κινηθεί, αποκεφαλίσθηκε απ΄τον αδελφό του, για να μην πέσει ζωντανός στα χέρια των Ελλήνων. Την κεφαλή του παρέδωσε σε κάποιους συγγενείς του, αλλά αυτοί κατά τη φυγή τους, μη μπορώντας να περπατήσουν μέσα στο χιόνι την πέταξαν κάπου. Τα παλληκάρια τη βρήκαν και την έφεραν στον Καραϊσκάκη.
Ο Περραιβός λέει πως ο Μουσταφάμπεης» ήταν ανήρ ωραίος, μετρίου αναστήματος, ανδρείος, δραστήριος και χριστιανομάχος» (σ. 205). Είχε θυσιάσει «ασπλάγχνως» πολλούς απ΄ τους «εξοδίτες» του Μεσολογγίου. Ο Καραϊσκάκης την επομένη, βράβευσε τους ανδραγαθήσαντες, διέταξε να υψώσουν πυραμίδα με τα 300κομμένα κεφάλια έξω απ΄την Αράχοβα σ’ ένα λόφο που φαίνεται από τους Δελφούς.
Πάνω στην πυραμίδα τοποθέτησε γλυπτή επιγραφή, η οποία κατά τον Περραιβό είχεν ως εξής: « ΤΡΟΠΑΙΟΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΒΑΒΑΩΝ ΟΘΩΜΑΝΩΝ ΑΝΕΓΕΡΘΕΝ ΚΑΤΑ ΤΟ ΕΤΟΣ 1826 ΕΤΟΣ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 24ο ΕΝ ΑΡΑΧΟΒΑ».
Ο Αινιάν αναγράφει μόνο τις 6 πρώτες λέξεις και προσθέτει ότι στις δυο πλευρές του λίθου που έφεραν την επιγραφή τοποθετήθηκαν οι κεφαλές του Κεχαγιάμπεη και του Μουσταφάμπεη.
Χαρακτηρίζει την πράξη « λείψανο της βαρβαρότητος των ηθών» και την εξηγεί σαν πράξη πολιτική: να φανούν οι κάτοικοι στα μάτια των Τούρκων σαν ένοχοι και να μην έχουν ελπίδα σωτηρίας, αν ξαναπροσκυνήσουν. Βασικά ο Καραϊσκάκης ήθελε και να τρομοκρατήσει τους προσκυνημένους, κυρίως όμως ήθελε να εξυψώσει το πεσμένο φρόνημά ους. Η πράξη του, κατακριτέα ηθικά, ήταν μέσα στις τότε πολεμικές παραδόσεις και φυσικά πολύ ηπιότερη από αυτά που συμβαίνουν στους σύγχρονους πολέμους. Ακόμη ήταν μια πράξη αντεκδικήσεως, για όσα είχε υποστεί μέχρι τότε η Ρούμελη. Η μάχη της Αράχοβας θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της Ελληνικής Επαναστάσεως. «Είναι ωσάν μια καταυγαζομένη υπό του φωτός Πύλη, δια της οποίας ο Καραϊσκάκης εισέρχεται εις την ιστορίαν» γράφει ο Ακαδημαϊκός Διον. Κόκκινος («Ελληνική Επανάστασις», μ. Ε’, σ. 554). Ο Παπαρρηγόπουλος την ονομάζει « ημέραν αναστάσεως της προ μικρού πεσούσης Στερεάς Ελλάδος» («Καραϊσκάκης, σ. 101). Όντως το φρόνημα των Ελλήνων αναζωπυρώθηκε και η επανάσταση έλαβε νέα πνοή. Τα προσκυνημένα χωριά ξαναγυρίζουν στον Αγώνα και σε λίγο ο Κιουταχής από πολιορκητής θα βρεθεί πολιορκημένος. Ο Φωτάκος, γραματικός του Κολοκοτρώνη στα δικά του αξιόλογα απομνημονεύματα σημειώνει:
« Η δε εκστρατεία του στρατηγού τούτου τους εκκαθάρισεν ολίγον και τα πάντα έσωσε, διότι εκτός των άλλων απεστόμωσε τους εξωτερικούς εχθρούς της Ελλάδος, οι οποίοι έλεγαν εις τον Σουλτάνον, ότι όλη η Ρούμελη υπετάχθη εις τον Κιουταχήν, και ότι οι Έλληνες πλέον δεν υπάρχουν, ειμή μόνον ραγάδες». (Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως», εκδ. 1899, τόμ. Β’, σ. 302).
Η μάχη της Αράχοβας γιορτάσθηκε σ’ όλη την Ελλάδα. Στην Αίγινα, όπου βρισκόταν η κυβέρνηση, έγινε δοξολογία και εξεφώνησε πανηγυρικό λόγο ο Σπ. Τρικούπης, ο οποίος μεταξύ των άλλων εγκωμιαστικών είπε: «Χέρι εχρειάζετο δια να χτυπήσει κατακέφαλα το επάνω της αβύσσου θηρίον, και ούτως η άβυσσος να κλεισθεί πριν καταπιεί όλην την κινδυνεύουσα εκείνη γην… Αλλά το στιβαρόν τούτο χέρι έπρεπε να το διευθύνει ο επιχειρηματικός και εμπειροπόλεμος άνθρωπος. Τοιούτος επαρρησιάσθη ο αρχηγός Καραϊσκάκης…»
Εν τω μεταξύ ο Φαβιέρος στις 13 Δεκεμβρίου 1826 εισέρχεται με 400 τακτικούς στην Ακρόπολη. Ο Καραϊσκάκης είναι έτοιμος πια να έλθει στην Αττική για να σφίξει τη θηλιά γύρω απ΄ το λαιμό του Κιουταχή. Η θηλιά φτιάχτηκε, έσφιξε, αλλά την τελευταία στιγμή έγινε θηλιά στο λαιμό των Ελλήνων! Αλλά αυτά το έτος 1827.
(Το παραπάνω κείμενο είναι του Σαράντου Καργάκου κι έχει γραφτεί στα 1996).
ΑΗ – ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΑΒΑΛΛΑΡΗΣ
Δε δύνονταν τ’ ασκέρι σου, μονάχο δεν ημπόργει,
καημένε καπετάνο μου, καημένε Καραϊσκάκη,
και μπαίνεις μες στην εκκλησιά, προσπέφτεις στον Άη- Γιώργη
και τον θερμοπαρακαλείς, σαν άδολο παιδάκι.
Και τότε στην Αράχωβα, μες στη νυχτοθολούρα,
ο Αη- Γιώργης σ’ άτι πρόβαλε με την αρματωσιά του,
πλακώνει κι ο κατεβατός μ’ αχό και με χιονούρα,
ένας χτυπούσε κι έστρωνε κρεβάτι ο άλλος θανάτου.
Γιάννη Σαντάρμη (Αρχάνι Φθιώτιδας)
